Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Παρασκευή 20/5 : Η Γλυκιά Συμμορία

Σκηνοθέτης: Νίκος Νικολαΐδης
Σενάριο: Νίκος Νικολαϊδης
Φωτογραφία: Άρης Σταύρου
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος
Ηθοποιοί: Δέσποινα Τομαζάνη, Τάκης Σπυριδάκης, Άλκης Παναγιωτίδης, Τάκης Μόσχος, Δώρα Μασκλαβάνου
Βραβεία: Καλύτερης ταινίας, φωτογραφίας, σκηνικών-κοστουμιών, μοντάζ και ήχου στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1983.
Τοποθεσία: Ελλάδα 1983
Διάρκεια: 151’

Η ιστορία της γλυκιάς συμμορίας είναι το ημερολόγιο της ζωής και του θανάτου μιας ομάδας «ανήθικων ατόμων», μιας ομάδας που έχει φτάσει στο σημείο χωρίς επιστροφή, και που ζητάει κάτι για να πιστέψει πολύ, και να πεθάνει γι’ αυτό. Τέσσερα νεαρά άτομα ζουν σε μια μονοκατοικία και επιδίδονται σε μικροκλοπές. Η συμπεριφορά τους τραβάει την προσοχή του κράτους. Αρχίζει η διακριτική παρακολούθηση τους. Μια ομάδα παρακρατικών πολιτών θα ζώσει το σπίτι τους, έχοντας επικεφαλή ένα σιωπηλό ξανθό άντρα. Κάτι θα περιμένει.

Η ταινία είναι μια μελέτη πάνω στο νέο πρόσωπο του παγκόσμιου φασισμού. Είναι μια ιστορία χαράς και τρυφερής αγάπης· μια μουσική θανάτου, μια επίκληση χρωμάτων, γλυκιάς βίας και γέλιου. Είναι η ιστορία τεσσάρων ανθρώπων που θα μπορούσαν να είναι γείτονές σας, που αποφασίζουν να πεθάνουν άσκοπα πίσω από τις κλεμμένες τους καραμπίνες, πετώντας σου κατάμουτρα το σκληρό, κοροïδευτικό γέλιο τους. Ο Νικολαΐδης παρατηρεί με μια ιδιόμορφη ματιά τη σημερινή εποχή ή κάποια κοντινή εποχή, πραγματική ή φανταστική. Δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που μοιάζει με παιχνίδι ζωής που δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά, για να μετατραπεί με την ίδια άνεση σε παιχνίδι θανάτου, αφού ο τελευταίος γίνεται ο κατ’ εξοχήν παράγοντας που κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά σε όλη την ιστορία. Με μια ιερόσυλη προσευχή, ο Νίκος Νικολαΐδης κηδεύει τη μετεμφυλιακή νεκρολαγνεία που μαστίζει σύσσωμο το ελληνικό σινεμά της εποχής, και αποσύρεται σ’ ένα διώροφο στην Κηφισιά για έναν μαραθώνιο κοινοβιακής προετοιμασίας, χτίζοντας γύρω του έναν νέο, γενναίο κόσμο.

Σε όλη αυτή την ιστορία νεανικότητας, αυθορμητισμού και περιθωρίου, διαδραματίζει λοιπόν πρωτεύοντα ρόλο το σπίτι κοινόβιο, που οι συμπαθείς, ονειροπόλοι «εγκληματίες» μας, έχουν μετατρέψει σε γιάφκα. Αποτελεί το σύνορο του δικού τους κόσμου. Πέρα από αυτό είναι παράνομοι και περιθωριακοί. Μέσα σε αυτό βιώνουν τις δικές τους αξίες του έρωτα, της φιλίας, της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης. Πίσω από τραβηγμένες κουρτίνες, εκεί όπου οι σκιές κάνουν τόπο στις προσωπικές εμμονές, η πόλη ακυρώνεται και τα όνειρα αρχίζουν να σκαρφαλώνουν στους τοίχους. Όλα τα αντικείμενα παίζουν κάποιο ρόλο στη Συμμορία. Οι ήρωες ζουν σ’ ένα φανταστικό κόσμο που έχουν δημιουργήσει και που τον υπερασπίζονται μέχρι θανάτου. Είναι ένας καθρέφτης του χαρακτήρα τους.

Στο φινάλε της ταινίας, αυτό που παίζει μεγαλύτερο ρόλο, δεν είναι τα σκηνικά, αλλά ο ήχος, το φως και το συναίσθημα. Οι μπίλιες που πέφτουν από το φλιπεράκι, το σούρσιμο της Σοφίας, η μουσική του Χατζηνάσιου και ο πυροβολισμός, που δείχνει ότι οι ήρωες έχουν κάνει την επιλογή τους, να την κάνουν, να ζήσουν ελεύθερα…Ακόμη και ο Σπάιντερμαν στο βάθος δίνει μια αίσθηση ελευθερίας.





Γλυκιά Συμμορία - «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομα σου, και τα ρέστα δικά σου!»

Αθήνα 1983. Ζητείται καταθλιπτική νεράιδα, γυναίκα-βαμπίρ, κλεπτομανής πιερότος και κοινός τσαρλατάνος για αντιεξουσιαστικές δολοπλοκίες στο φως του φεγγαριού.
Ο Νίκος Νικολαϊδης και η Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου ξεκινούν casting για τη «Γλυκιά Συμμορία» στην οδό Φωκυλίδου:


Δώρα Μασκλαβάνου: «Εμένα μ έστειλε ο Τζούμας σ' ένα γραφείο στο Κολωνάκι. Ημουνα 22 χρονών, εντελώς Ούνος ούτε να διαβάσω δεν ήξερα. Κάνω μια ανάγνωση και μου λέει ο Νικολαϊδης».
- «Δεν σε βλέπω ζεστή...».
- «Τι να ζεσταθώ; Κι άμα με διώξεις μετά τι θα κάνω;»
- «Δεν θα σε διώξω, για ζεστάσου να δούμε!»
Δέσποινα Τομαζάνη: «Με τον Νίκο Νικολαϊδη ήμασταν φίλοι πολύ πριν γίνει η Γλυκιά Συμμορία. Εγώ ζούσα τότε στο Παρίσι, είχα ήδη κάνει μια Γαλλοτυνησιακή ταινία, και κάποια στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο και μου ζητάει ο Νίκος να παίξω το ρόλο της Σοφίας. Οταν μπήκα στην ταινία, είχαν ήδη αρχίσει κάποια γυρίσματα».
Τάκης Μόσχος: «Είχα μόλις γυρίσει στην Ελλάδα λόγω ερωτικής απογοήτευσης, άφραγκος, άστεγος και άγνωστος ό,τι α- έχεις βάλτο! Και μαθαίνω ξαφνικά ότι με θέλει ο Νικολαϊδης. Το είπα σε κάτι φίλους και μου λένε Μαλάκα, ξέρεις ποιος είναι αυτός; Cult σκηνοθέτης! Εγώ έλειπα δέκα χρόνια στη Γερμανία και δεν ήξερα τα εγχώρια τεκταινόμενα.. Πάω λοιπόν με τη λογική του μεροκάματου και μου δίνει ένα φύλλο χαρτί που είχε μια ατάκα όλη κι όλη. Κρίμα! σκέφτηκα, κι εγώ που νόμιζα ότι θα βγάλω κάνα φράγκο.
Τάκης Σπυριδάκης: «Μ εμένα ήταν λίγο πιο κινηματογραφικό το πράγμα. Πέρασε απ το σπίτι μου μια κοπέλα, που τέλειωνε τότε τη σχολή Σταυράκου και με ρώτησε αν ήθελα να πάμε καμιά βόλτα. Πήρε μια φωτογραφία μου από ένα ταμπλό ανακοινώσεων και την πήγε στο γραφείο που δούλευε. Δύο μήνες μετά, ήρθε ένας αγενέστατος βοηθός που είχε τότε ο Νικολαϊδης - μια κινεζόφατσα ονόματι Οδυσσέας - και μου είπε να περάσω απ την οδό Φωκυλίδου να τα πούμε. Ηδη ήξερα και θαύμαζα τα Κουρέλια, αλλά επειδή θα με έδιωχναν από τη σχολή αν έπαιζα σε ταινία πριν αποφοιτήσω, προτιμούσα να φύγω για κάτι που θα άξιζε τον κόπο, όχι επειδή ήπια μια πορτοκαλάδα! Μιλήσαμε κατ ιδίαν με το Νίκο και ξεκινήσαμε αμέσως. Δεν κάναμε καμία ιδιωτική πρόβα».


Με μια ιερόσυλη προσευχή, ο Νίκος Νικολαϊδης κηδεύει τη μετεμφυλιακή νεκρολαγνεία που μαστίζει σύσσωμο το ελληνικό σινεμά της εποχής, κι αποσύρεται σ' ένα διώροφο στην Κηφισιά για έναν μαραθώνιο κοινοβιακής προετοιμασίας, χτίζοντας γύρω του έναν νέο, γενναίο κόσμο.

Δώρα Μασκλαβάνου: «Δεν κάναμε πρόβες με την ορθόδοξη έννοια. Ηταν ένα είδος ζωής που κάναμε εκείνη την περίοδο. Ημασταν όλη μέρα, κάθε μέρα με τον Νικολαϊδη, και παρότι εγώ δεν το καταλάβαινα τότε, η γοητεία αυτού του ανθρώπου δημιούργησε μια κατάσταση και μας έπλεξε μέσα της. Χωρίς να το καταλαβαίνεις, κατάπινες κι αφομοίωνες έναν ιδιαίτερο κόσμο. Εγώ νόμιζα ότι έτσι θα ήταν η ζωή από εδώ και πέρα...»
Τάκης Σπυριδάκης: «Η όλη ιστορία πρέπει να κράτησε τουλάχιστον δυο μήνες. Εγώ, επειδή έμενα και μακριά, συνήθως κοιμόμουνα εκεί. Το είδε πονηρά ο διευθυντής παραγωγής και για να μην ξεστήνουμε τα μηχανήματα κάθε βράδυ, μου είπε να κάνω και τον φύλακα! Αλλά εγώ δε γούσταρα και ζήτησα κάποια φράγκα παραπάνω για να συμπληρώνω το πενιχρό εισόδημα του ηθοποιού. Και μέσα στην άγνοιά μου δεν ξέρω αν ήμουνα κάθε βράδυ εκεί. Μια φορά πάντως που έλειπα έπαθε πανικό ο Νικολαϊδης.
Δέσποινα Τομαζάνη: «Εγώ δεν έμεινα ούτε ένα βράδυ εκεί μέσα. Πήγαινα το πρωί και γύριζα σπίτι μου το βράδυ. Θυμάμαι τις πρώτες μέρες ο Νίκος ήταν σχεδόν άρρωστος από την αγωνία για το αν θα βγει αυτό που έχει φανταστεί. Μετά ηρέμησε, όμως, γιατί μείναμε κάπου τρεις μήνες σ' αυτή την έπαυλη».
Τάκης Μόσχος: «Μας μάζευε στο σπίτι του τότε ο Νίκος -η Μαρί-Λουίζ μαγείρευε- και περνάγαμε ώρες εκεί πέρα. Ζούσαμε σχεδόν μαζί. Κάθε προσωπικότητα δημιουργεί γύρω της μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Την προετοιμασία που κάναμε με τον Νίκο, εγώ δεν την ξανάκανα γι άλλη ταινία. Λίγες βδομάδες πριν την έναρξη των γυρισμάτων όμως τσακώθηκε με τον Ρέτσο, κι έτσι έγινα εγώ ο Αργύρης».
 
Πίσω από τραβηγμένες κουρτίνες, εκεί όπου οι σκιές κάνουν τόπο στις προσωπικές εμμονές, η πόλη ακυρώνεται και τα όνειρα αρχίζουν να σκαρφαλώνουν στους τοίχους. Τι γίνεται όμως όταν ο οικοδεσπότης καταπίνει για πάντα το κλειδί της εξώπορτας;

Τάκης Μόσχος: Μας τσάκισε τα νεύρα ο Νικολαϊδης! Ηταν πολύ εγωιστής ο άνθρωπος. Ηταν συχνά πολύ απαιτητικός, πολύ αυστηρός. Αλλά ήμασταν νέοι τότε, εγώ ειδικά δεν μπορώ καν να πω ότι ήμουν νέος ηθοποιός, ήμουν απλά νέος. Τι νέος δηλαδή, 35 χρονών ήμουνα, αλλά δεν είχα πάρε δώσε με το χώρο και ήμουνα κι ευαίσθητο παιδί και πολύ συχνά πικραινόμασταν θυμάμαι. Ρίξαμε πολύ κλάμα για τη «Συμμορία»... Ισως όμως όλη αυτή η ένταση να πρόσθεσε σ' αυτό το κλειστοφοβικό της ταινίας.
Τάκης Σπυριδάκης: «Και η στενοχώρια μέρος του λόγου είναι. Δεν ζούσαμε μέσα σε ενυδρείο! Αυτό που δεν μπορώ να ξεχάσω εγώ ήταν η στάση του απέναντι στα πράγματα. Είχε μια φοβερή λεπτότητα και ευγένεια. Βέβαια ήταν και πονηρός γιατί όσο νέοι κι αν ήμασταν, ο καθένας κουβαλούσε μέσα του κάτι πολύ δικό του. Η Δώρα π.χ. κοιτούσε με το ίδιο ύποπτο βλέμμα που κοιτάει και τώρα, δεν εκφραζόταν εύκολα κι ο Νικολαϊδης το πιασε αυτό και μας άφησε να το καταθέσουμε στην ταινία. Εγώ έφερα τα μπιλιάρδα, τα νυχτερινά γυμνάσια, τον δρόμο που κουβαλούσα, κι αυτός δεν το στυλιζάρισε, το άφησε να φαίνεται γραμμένο πάνω μου».
Δώρα Μασκλαβάνου: «Και η Δέσποινα, που ήρθε λίγο προς το τέλος, και ήταν πιο έμπειρη και είχε περισσότερες εικόνες σε σχέση με μας - αυτή την απόσταση της από τα πράγματα τη χρησιμοποίησε».
Δέσποινα Τομαζάνη: « Μετά τα γυρίσματα της ταινίας πάντως, ουδέποτε ξανασυναντήθηκα με τον Νίκο Νικολαϊδη. Γιατί στην Ελλάδα ένας τρόπος να μην ξαναδείς τους φίλους σου είναι να συνεργαστείς μαζί τους».

Μια συμμορία που αρχίζει απ το τρία (Μαρίνα + Αργύρης + Σοφία = κίνδυνος) για να πάει στο τέσσερα (Μαρίνα + Αργύρης + Σοφία + Αντρέας = σίγουρος θάνατος), αντιμετωπίζοντας τη ζωή με γεωμετρικά αυξανόμενη περιφρόνηση είναι αυτομάτως καταδικασμένη, αφού ούτως ή άλλως, απ την αρχή φλερτάρει με το τέλος. Αντίρρηση κανείς;

Δέσποινα Τομαζάνη: «Πολλοί άνθρωποι δεν καταλάβαιναν γιατί είχε γίνει αυτή η ταινία... Ηταν μια παρανομία με ρομαντικές εκρήξεις που όμως έφερε μέσα της μια πραγματικότητα που τη συναντάς αργότερα.
Τάκης Σπυριδάκης: «Ολοι συμφωνήσανε ότι ήταν πολύ σκληρό το τέλος και ότι δεν ήταν φυσική συνέπεια. Οτι έγινε μόνο για το θέαμα. Ο θεωρητικός λόγος ήταν άδικος με τον Νικολαϊδη, ήθελε να τον σβήσει από το χάρτη».
Τάκης Μόσχος: «Τι να κάνεις με τέσσερα άτομα που κλέβουν, κοροϊδεύουν και έχουν τραβήγματα με όπλα; Η φυσική απόληξη είναι ο θάνατος. Πού να το πας παρακάτω; Οτι τι; Σ ένα κράτος νόμου, τέτοιες ομάδες αργά ή γρήγορα εξολοθρεύονται. Βλέπε 17 Νοέμβρη. Ενα κι ένα κάνουν δύο, πού να πάει παρακάτω; Να το κάνεις σίριαλ;
Δώρα Μασκλαβάνου: Είναι άνθρωποι που περιφρονούν την εξουσία, τι θα κάνουν δηλαδή; Θα νικήσουν την εξουσία για να γίνουν αυτοί εξουσία; Δεν γίνεται αυτό...

Η «Γλυκιά Συμμορία» ως απόλυτη νουάρ ειδωλολατρεία, συμμάχησε με τα αντικείμενα εντός και εκτός κάδρου. Αθώες κλοπές και μικρές απώλειες αποτίνουν το φόρο τιμής σ' έναν σκηνοθέτη που ήθελε πάντα το κάδρο του γεμάτο. Ηρθε η ώρα να ζητήσετε άφεση αμαρτιών.

Δώρα Μασκλαβάνου: «Εγώ είχα πάρει ένα κουτί μπίλιες, αλλά δεν ήταν μέρος του σκηνικού, το είχα βρει παρατημένο».
Τάκης Σπυριδάκης: «Εγώ έχω μια λόξα. Μετά το γύρισμα κάθε ταινίας, παρόλο που είχα ήδη φάει τα πενιχρά μου έσοδα, αγόραζα ένα zippo για πάρτη μου. Στη «Συμμορία» ζήτησα εκείνο το zippo που παίζαμε, αλλά δεν μου τον έδωσαν και τον έκλεψα»!
Τάκης Μόσχος: Εγώ δεν έκλεψα τίποτα, αντίθετα μου κλέψανε! Στην ταινία έπαιζα με δικά μου ρούχα και είχα ένα ψευτοδερμάτινο μπουφάν, λίγο μοτοσικλετίστικο, που το είδε ο Νικολαϊδης και του άρεσε. Ηταν ένα πλαστικό πράγμα, πολύ φτηνό, αλλά μου το έκλεψαν στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το είχα αφήσει στην πολυθρόνα μου, βγήκα να πάω στο μπαρ και όταν γύρισα είχε κάνει φτερά. Κάποιος θαυμαστής. Ελεγα δεν θα τον συναντήσω τον πούστη καμιά φορά στο δρόμο; Ε, δεν τον συνάντησα ποτέ».
Δέσποινα Τομαζάνη: «Τα ρούχα που φόραγα στη «Γλυκιά Συμμορία» τα είχα βρει εγώ. Σε όλες τις ταινίες που έχω παίξει φορούσα και δικά μου ρούχα για να αισθάνομαι οικεία. Θυμάμαι ήτανε χειμώνας, έκανε κρύο και το μακιγιάζ γινότανε με μια μικρή ηλεκτρική σόμπα. Εγώ είχα φέρει μια μπλούζα απ το Παρίσι, όπου σε μια βιαστική αλλαγή γλίστρησε, έπεσε και κάηκε. Αυτή η μπλούζα μου κάψε την καρδιά και την έκαψε η σόμπα»!

Καταλήγοντας, ανώνυμα

«...Ο Νίκος δεν ξέχασε κανέναν από τους ηθοποιούς του, ανεξάρτητα απ το τι συνέβη μετά... Οπως κανένας από εμάς δεν μπορεί να ακυρώσει τη δημιουργία του άλλου, έτσι δεν μπορεί να ακυρώσει τη σχέση του κάθε ηθοποιού με τον Νίκο. Τώρα το πώς εκφραζόταν για τον καθένα είναι άλλο θέμα, μπορεί να εκφραζόταν και με λάθος τρόπο, αλλά δεν τους ξέχασε ποτέ, αφού τον ενσαρκώσανε. Πάντα μιλούσε γι αυτούς και πάντα τους σκεφτόταν...».

Το ρεπεράζ του ονείρου



Συμβία, συνένοχη και φυσική συνέχεια του Νίκου Νικολαϊδη, η πολυβραβευμένη σκηνογράφος και ενδυματολόγος Μαρί-Λουίζ Βαρθολομαίου έδωσε όγκο, υφή και απόχρωση στο όνειρο, στεγάζοντας μια συμπυκνωμένη κινηματογραφική επανάσταση σε μια ταινία- φετίχ για όλους όσους προτιμούν να κλείνονται στα σπίτια τους και να ονειρεύονται την πόλη όπως τη θέλουν αυτοί. Η Μαρί-Λουίζ διηγείται...
«Στις περισσότερες ταινίες μας έχουμε χρησιμοποιήσει τους προσωπικούς μας χώρους η μέρος αυτών. Οι μόνες ταινίες που γυρίστηκαν σε νοικιασμένα σπίτια, ήταν η Γλυκιά Συμμορία, ο Χαμένος Τα Παίρνει Ολα και το Zero Years. Το ρεπεράζ το κάναμε πάντα παρέα με τον Νίκο. Το σπίτι της Συμμορίας το βρήκαμε συμπωματικά από μια φίλη και γειτόνισσα που ήξερε τι ψάχναμε και μας είπε ότι εκεί έμεναν κάτι τύποι περιθωριακοί που έκρυβε ένας γνωστός της αναρχικός δικηγόρος. Ρώτησαν τι είδους σενάριο ήταν αυτό κι όταν τους είπε ο Νίκος την ιστορία, δέχθηκαν να φύγουν και να δώσουν το σπίτι για γύρισμα».
«Λίγες ημέρες πριν από το γύρισμα της ταινίας, παρουσιάστηκαν μπροστά μου κάτι περίεργοι άγνωστοι, που έμοιαζαν όλοι με ξαδέρφια του Τσε Γκεβάρα και μου είπαν: Δώσε μας να διαβάσουμε το σενάριό σου για να σου πούμε αν πρέπει να γυρίσεις αυτήν την ταινία. Εγώ φυσικά το έδωσα. Μετά από δύο μέρες ήρθαν πάλι και μου είπαν: Μας αρέσει, μπορείς να γυρίσεις αυτό το σενάριο... κι εγώ το γύρισα». Νίκος Νικολαϊδης


«Από την πρώτη μας ταινία, την Ευρυδίκη, που τα οικονομικά μας μέσα ήταν ανύπαρκτα, προσπάθησα να βρω λύσεις που να μην στοιχίζουν. Από τότε λοιπόν, μάζευα από το Μοναστηράκι διάφορα αντικείμενα που μου άρεσαν και είχα πολύ καλούς φίλους που μου δάνειζαν πράγματα από το σπίτι τους. Ο Νίκος ήθελε πάντα το κάδρο του να είναι γεμάτο. Εμαθα κι εγώ, βάζοντας το μάτι στο φακό, να φτιάχνω το κάδρο όπως το ήθελε. Φορτωμένο και υπέροχο»!
«Ητανε φοβερά κολλημένος με την αμερικανική κουλτούρα του 50, ντύσιμο, τρόποι, συμπεριφορές... Την είχε ιεροποιήσει εντελώς. Ηταν τα δικά του νιάτα... Τον δικαιολογώ! Εκανα κι εγώ το σφάλμα να ταυτιστώ αργότερα με αυτή την ταινία. Εβλεπα και τον κόσμο που με είχε γνωρίσει και αγαπήσει με τη Συμμορία και το παιξα για λίγα χρόνια μάγκας, αλλά δεν μου βγήκε σε καλό...». Τάκης Μόσχος


«Αγαπούσαμε και οι δύο την δεκαετία του 50, τα φιλμ νουάρ, τα κόμικς και φυσικά ήταν συνειδητή η ενσωμάτωση αυτή, μαζί όμως και με άλλες κουλτούρες που μου αρέσει να ανακατεύω. Με τη βοήθεια μιας φίλης που είχε μία υπέροχη συλλογή από μουσειακά κομμάτια, έστησα αυτόν τον κόσμο τον ονειρικό, τις κούκλες, τα ξύλινα παιχνίδια, μουσικά κουτιά, μαζί με παλιές πρωτότυπες κιν/φικες αφίσες του Βακιρτζή, τα φλιπεράκια, τα παλιά φωτιστικά και το νέον που έδινε μια ποπ και ταυτόχρονα απειλητική αίσθηση στην όλη κατάσταση».
«Εγώ θυμάμαι έφτιαχνα καφέδες, γιατί ήμουνα κορίτσι και αυτοί ήταν κύριοι. Μετά κατάλαβα ότι ενθουσιαζόταν το συνεργείο. Στα διαλείμματα παίζαμε φλιπεράκια και μας ταϊζε η Μαρί-Λουίζ χορτόσουπες με μεδούλι, ήταν άλλη κατάσταση! Ημασταν υιοθετημένοι κανονικά». Δώρα Μασκλαβάνου


«Ο Τάκης (Σπυριδάκης) είχε εγκατασταθεί κανονικά, έβαφε, έκανε μαραγκοδουλειές και μάζευε ξύλα για το τζάκι. Η Δώρα έζησε κι αυτή αρκετές μέρες στο σπίτι, βάφοντας, βοηθώντας στο στήσιμο του ντεκόρ και φτιάχνοντας καφέ. Ο Τάκης ο Μόσχος δεν τα κατάφερε να μείνει πολύ, γιατί κρύωνε. Ηταν το σπίτι τους, το σπίτι μας, χώρος συμβίωσης, το ορμητήριό μας. Εκεί γινόντουσαν οι πρόβες, εκεί ράβαμε τα ρούχα, εκεί τρώγαμε ζεστές χορτόσουπες κι εκεί άρχισα να καπνίζω για πρώτη φορά στη ζωή μου...».
«Μέχρι να εμφανιστεί ο Νικολαϊδης στην Ελλάδα, κανείς δεν είχε αγγίξει αυτή τη θεματολογία. Είναι από τους πρώτους σκηνοθέτες που έδωσαν πολύ μεγάλο βάρος στον σκηνικό χώρο. Εδωσε πολύ μεγάλο βάρος στην ηχητική μπάντα. Εδωσε πολύ μεγάλο βάρος στο πώς μπαίνει και πώς βγαίνει η μουσική μέσα στην ταινία. Εδωσε μεγαλύτερη σημασία στη συλλογική σύνθεση και όχι στη μονομέρεια. Τον ίδιο ρόλο που παίζαμε εμείς έπαιζε και το σκηνικό». Τάκης Σπυριδάκης


«Νομίζω ότι όλα τα αντικείμενα παίζουν κάποιο ρόλο στη Συμμορία. Οι ήρωες ζουν σ' ένα φανταστικό κόσμο που έχουν δημιουργήσει και που τον υπερασπίζονται μέχρι θανάτου. Είναι ένας καθρέφτης του χαρακτήρα τους. Στο φινάλε της ταινίας πάντως, αυτό που παίζει μεγαλύτερο ρόλο, δεν είναι τα σκηνικά, αλλά ο ήχος, το φως και το συναίσθημα. Οι μπίλιες που πέφτουν από το φλιπεράκι, το σούρσιμο της Σοφίας, η μουσική του Χατζηνάσιου και ο πυροβολισμός, που δείχνει ότι οι ήρωες έχουν κάνει την επιλογή τους, να την κάνουν να ζήσουν ελεύθερα... Βέβαια και ο Σπάιντερμαν στο βάθος δίνει μια αίσθηση ελευθερίας...».
«Η ταινία αυτή δεν έχει ιθαγένεια, έχει όμως μια προφητική διάσταση μέσα στο χρόνο και αυτό οφείλεται στην ευαισθησία και το ταλέντο του Νίκου. Είναι πολύ επηρεασμένη από το αμερικανικό σινεμά, που ο Νίκος το λάτρευε και το ήξερε και πολύ καλά, αλλά θεματολογικά πιστεύω πως έχει ένα ρομαντισμό διαφορετικό, από την άλλη όχθη του ποταμού. Είναι μια παρανομία με ρομαντικές εκρήξεις». Δέσποινα Τομαζάνη


«Η αύρα που δημιουργήθηκε γύρω από τη Γλυκιά Συμμορία δεν αφορούσε κανέναν μας, μονάχα την ίδια την ταινία εξαιτίας της γνησιότητάς της, γιατί θίγει θέματα που έχουν σχεδόν ξεχαστεί, τη συντροφικότητα, την αγάπη, την ελπίδα, την επιλογή για αυτοδιάθεση, τις αξίες του καθένα μας. Η δύναμη μέσα στο χρόνο είναι αυτή που στηρίζει ένα έργο κι όχι οι θεωρητικοί».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου